Η άρια Der Hölle Rache (Η Εκδίκηση της Κόλασης) της Βασίλισσας της Νύχτας, από τη δεύτερη πράξη της όπερας Ο Μαγεμένος Αυλός (Die Zauberflöte) του Wolfgang Amadeus Mozart σε λιμπρέτο του ιδρυτή του ιστορικού Theater an der Wien, Emanuel Schikaneder (1791) θεωρείται από τις ερμηνευτικά δυσκολότερες, γραμμένη για σοπράνο coloratura ("χρωματική") και κινούμενη σε όλο περίπου το εύρος της φωνής, αν και κυρίως στην ψηλότερη περιοχή (tessitura). Πρόκειται για άκρως δεξιοτεχνικό κομμάτι που απαιτεί εξαιρετική φωνητική ακρίβεια, έκταση, ευελιξία και έλεγχο της αναπνοής και του διαφράγματος, με διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα σε vocalises (μελωδικά τμήματα με φωνητικές "ακροβασίες" χωρίς λόγια), μελίσματα (σύντομα μελωδικά περάσματα) και το περίφημο ταχύτατο στακάτο με πιο ψηλή νότα το "κόντρα φα" (F6), δηλαδή το δεύτερο φα πάνω από το μεσαίο ντο.
Η συγκεκριμένη άρια εκφράζει την κορύφωση της σύγκρουσης μεταξύ της Βασίλισσας της Νύχτας και του αρχιερέα Sarastro, ο οποίος είχε προσηλυτίσει τον (νεκρό, πλέον) σύζυγο της Βασίλισσας, την κόρη της Pamina και τον προστατευόμενό της πρίγκιπα Tamino στο δικό του πανίσχυρο αιρετικό "τάγμα", που είναι αφιερωμένο στη λατρεία των Αιγύπτιων θεών Ίσιδας και Όσιρη και ορίζει την τροχιά του Ήλιου. Προδομένη απ' όλους όσους αγαπούσε και λογάριαζε για συμμάχους της, η Βασίλισσα διατάζει την κόρη της να σκοτώσει τον Sarastro, δίνοντάς της ένα μαχαίρι και απειλώντας να την αποκληρώσει αν δεν υπακούσει. Εδώ, η σχεδόν εφιαλτική ιδιοφυία του Mozart "ανατέμνει" μελωδικά μια τρομερή κραυγή οργής και απόγνωσης, χτίζοντας ένα μουσικό αρχιτεκτόνημα με εξίσου τρομακτικά περίπλοκη ομορφιά και οριακά υπεράνθρωπες απαιτήσεις από την εκάστοτε μονωδό, της οποίας η φωνή χρησιμοποιείται, ουσιαστικά, σαν άψογα κουρδισμένο και βαθμονομημένο μουσικό όργανο.
Καλλιτεχνικά έργα όπως αυτό, που αναδεικνύουν τόσο τις τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού όσο και το συνδυασμό έμφυτου χαρίσματος, εντατικής εξάσκησης και "στρατιωτικής" πειθαρχίας που επιβάλλεται για την ερμηνευτική τους απόδοση, αποτελούν ανεκτίμητα σημεία αναφοράς στην εποχή μας, όπου η γενικευμένη χρήση της τεχνητής "νοημοσύνης" (AI ή, επί το ελληνικότερον, ΤΝ) δίνει την οικτρή ψευδαίσθηση ότι η τέχνη δεν είναι παρά μια εντολή ή σειρά εντολών που σε δευτερόλεπτα βγάζει αποτέλεσμα συνδυάζοντας τυχαία, ήδη υπάρχοντα δεδομένα. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Διότι η τέχνη είναι και επιστήμη: εκτός από την αυτονόητη φυσική έφεση, θέλει και προεργασία, σπουδές, καλλιέργεια, αδιάκοπη έρευνα και μελέτη. Να ασχοληθεί κανείς αυτοπροσώπως, να κοπιάσει, να εφαρμόσει τις θεωρητικές και τεχνικές του γνώσεις, να εξελίξει τις ικανότητές του, να συνδυάσει γνώση με προσωπική εμπειρία, να δώσει τη δική του μοναδική "σημειολογία" στο έργο του. Να φτιάξει - ή να διοχετεύσει στο ερμηνευτικό μέρος - κάτι που αντικατοπτρίζει τη δημιουργική κλίση και δυνατότητα, τη δεξιοτεχνία, τον ψυχισμό, την αντιληπτική ικανότητα και την ιδιαίτερη βιωματική, ανθρώπινη εμπειρία του.
Όταν δεν χρησιμοποιείται βοηθητικά για φινίρισμα ή "γέμισμα" αλλά ως η κύρια "γεννήτρια" ιδεών και έργου, η ΤΝ δίνει ίσως την επίφαση της τεχνικής αρτιότητας, αλλά μόνο την επίφαση. Στην πραγματικότητα είναι απλώς μια αυτοματισμένη παράταξη στοιχείων, χωρίς κανένα συναίσθημα στο υπόβαθρό της: μιμείται το συναίσθημα, δεν το εκφράζει στ' αλήθεια. Ποτέ ένας αλγόριθμος δεν μπορεί ούτε θα μπορέσει να "νιώσει" 'η να "σκεφτεί" σε βαθμό ώστε να πλάσει γνήσια τέχνη ή να την ερμηνεύσει/αποδώσει όπως ένας άνθρωπος. Τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται, εξάλλου, είναι καρποί της ανθρώπινης έμπνευσης και δημιουργικότητας. Μπορεί να (προσπαθεί να) τα μιμείται, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να βιώσει τα ερεθίσματα που πρωταρχικά τα "γέννησαν", ούτε να προσομοιώσει τις εσωτερικές διαδικασίες που τα διαμόρφωσαν.
Στην πολυβραβευμένη κινηματογραφική βιογραφία του Mozart από τον Miloš Forman (Amadeus, 1984) σε σενάριο των Sir Peter Shaffer (συγγραφέα του ομότιτλου θεατρικού έργου στο οποίο βασίστηκε η ταινία) & Zdeněk Mahler (Ξεχάστε τον Mozart, Η Δυναστεία των Strauss) με τον πολυτάλαντο Tom Hulce (American Playhouse, Dominic & Eugene) στον κεντρικό ρόλο, ως πηγή έμπνευσης για την άρια της Βασίλισσας παρουσιάζεται ένα... κατσάδιασμα στον συνθέτη από την πεθερά του (Barbara Bryne), η οποία τον θεωρεί ανεπρόκοπο, εγωιστή, τεμπέλη, ανώριμο, αρρωστιάρη και φυσικά, παντελώς ακατάλληλο σύζυγο για την κόρη της, Constanze (Elizabeth Berridge). Ακολουθεί μια καταιγιστική αντίστιξη σκηνών όπου η ανάλαφρη, εύθυμη χροιά του κλίματος διασπάται από δυσοίωνες πινελιές που βαθμιαία πυκνώνουν, δημιουργώντας ατμόσφαιρα thriller για να οδηγήσουν στην τελική τραγωδία.
Στην πραγματικότητα, ο Mozart έγραψε την άρια έχοντας κατά νου τις φωνητικές δυνατότητες της νύφης του, Josepha Hofer, που ανέλαβε το ρόλο της Βασίλισσας στην πρεμιέρα του Μαγεμένου Αυλού σημειώνοντας σαρωτική επιτυχία, η οποία εξακολούθησε αμείωτη για τα επόμενα δέκα χρόνια. Λίγους μήνες μετά την πρώτη παράσταση του έργου, ωστόσο, ο μόλις τριανταπεντάχρονος Mozart θα υποκύψει σε μια επιδεινούμενη ασθένεια που δεν έχει εξακριβωθεί (έχοντας εξετάσει διάφορα πιθανά σενάρια - λοίμωξη από στρεπτόκοκκο, δηλητηρίαση από υδράργυρο, ρευματικό πυρετό ή κάποια σπάνια εντερική πάθηση - οι ερευνητές τείνουν μάλλον προς την εκδοχή μιας εποχικής επιδημικής νόσου η οποία είχε τότε προκαλέσει και άλλους θανάτους), αφήνοντας μισό το ορατόριο Requiem που σύμφωνα με τις μαρτυρίες της χήρας του, είχε αρχίσει να συνθέτει κατά παραγγελία από έναν μυστηριώδη άγνωστο, πιστεύοντας ότι το έγραφε για να παιχτεί στην ίδια του την κηδεία.
Εμπνευσμένος από το ποιητικό μονόπρακτο Mozart & Salieri του Alexander Pushkin και το Singspiel (μορφή γερμανόφωνης όπερας) Σκηνές από τη Ζωή του Mozart του Albert Lortzing, ο Shaffer υιοθετεί τη θεωρία ότι υπεύθυνος για τον πρόωρο και ανεξήγητο θάνατο του Mozart υπήρξε ο ορκισμένος του καλλιτεχνικός αντίζηλος Antonio Salieri (F. Murray Abraham), συνθέτης με βαθιά μουσική κατάρτιση και απρόθυμος θαυμαστής του, με επώδυνη επίγνωση της δικής του δημιουργικής ανεπάρκειας. Μισοκρυμμένος στο θεωρείο του, μαγεμένος μα και γεμάτος φθόνο, παρακολουθεί τον καλλιτεχνικό θρίαμβο και μαζί τη σωματική κατάρρευση του Mozart, η οποία συντελείται αντίστροφα προς τη διάθεση της μουσικής - ενώ την άρια της Βασίλισσας διαδέχεται η κεφάτη, κωμική μονωδία του πτηνοθήρα Papageno. Σ' ένα ευφυέστατο σκηνοθετικό tour de force, η "ζωντανή" μουσική της όπερας δεν λειτουργεί ως υπόκρουση στην εικόνα, αλλά το αντίθετο: η αλληλουχία των παρασκηνιακών δρωμένων μοιάζει να συνοδεύει την κυρίαρχη μουσική της παράστασης, σαν τραγικά ειρωνικό σχόλιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου