Σαν σήμερα, τρία χρόνια πριν, είδε το "φως" το δεύτερο μυθιατόρημα και τέταρτο έντυπο βιβλίο μου, Obliqua.
Σαν σήμερα, τρία χρόνια πριν, είδε το "φως" το δεύτερο μυθιατόρημα και τέταρτο έντυπο βιβλίο μου, Obliqua.
Προ ετών (ελαφρώς) αμνημονεύτων, όταν ακόμα εργαζόμουν ως μεταφράστρια λογοτεχνίας, μου ανατέθηκαν από τις εκδόσεις Ψυχογιός τρία πολύ ιδιαίτερα βιβλία μυστηρίου, γραμμένα από έναν νεαρό και πρωτοεμφανιζόμενο, τότε, συγγραφέα: τον Αμερικανό Michael Hoeye, πρώην αγρότη, φωτογράφο μόδας και καθηγητή σε γυμνάσιο. Ήταν την εποχή που μεσουρανούσε διεθνώς ο Harry Potter με τη σειρά των "μαγικών" περιπετειών του, οι οποίες επίσης κυκλοφορούσαν από τον ίδιο εκδοτικό οίκο στην Ελλάδα. Ο Hoeye θέλησε, πιθανώς, να "απαντήσει" στο φαινόμενο Harry Potter δημιουργώντας ένα φανταστικό σύμπαν εμπνευσμένο από τους μύθους του Αισώπου και τα παραδοσιακά και έντεχνα κλασικά παραμύθια, με κεντρικό ήρωα έναν συμπαθέστατο, φιλήσυχο ρολογά, τον Hermux Tantamoq - ο οποίος δεν είχε καμιά μαγική ιδιότητα και δεν ήταν καν άνθρωπος, αλλά... ποντικός, ενώ οι συνθήκες τον ανάγκαζαν να αναλαμβάνει το ρόλο ντετέκτιβ σε άκρως περίπλοκες υποθέσεις.
Πέρσι τέτοιον καιρό, είδε το "φως" το δεύτερο μυθιατόρημα και τέταρτο έντυπο βιβλίο μου, Obliqua.
Η λεγόμενη Préciosité (précieux-euse στα Γαλλικά σημαίνει "πολύτιμος-η", έχει όμως και την ειρωνική σημασία του "υπερβολικά λεπτεπίλεπτου") ήταν μια βραχύβια τάση που εμφανίστηκε και καλλιεργήθηκε στα παριζιάνικα σαλόνια γύρω στα μέσα του 17ου αιώνα, ως "ασφαλές λιμάνι" και αντιστάθμισμα στις βίαιες πολιτικοκοινωνικές ζυμώσεις και αναταραχές - οι οποίες, αργά αλλά σταθερά, έμελλε να οδηγήσουν στο ξέσπασμα της επανάστασης του 1789.